- καζίνο
- πόκερ
- εισαγωγή στο πόκερ
- στρατηγική πόκερ
- δέκα σημαντικά λάθη
- παίζοντας από την πρώτη θέση
- παίζοντας με κακούς παίκτες
- παίζοντας με το καλύτερο χέρι
- πότε να κυνηγήσετε μια κέντα
- πως να «διαβάζετε» τους αντιπάλους σας
- πως να «κλέβετε» τα blinds
- πως να αποφύγετε το «τιλτ»
- πως να κερδίζετε με μέτρια χέρια
- πως να κερδίζετε στα Sit & Go
- πως να μην χάνετε με καλά χέρια
- πως να μπλοφάρετε
- τα τρία επίπεδα παικτών
- στατιστικά πόκερ
- διάσημοι παίκτες πόκερ
- πόκερ στο internet
- παιχνίδια
- στοίχημα
- αγορές
- καινοτομίες
- διάφορα
λεξικό όρων πόκερ
αγγλο-ελληνικό λεξικό όρων πόκερ
Παρακάτω θα βρείτε μεταφράσεις και επεξηγήσεις στα ελληνικά των κυριότερων αγγλικών όρων πόκερ που θα συναντήσετε παίζοντας στο διαδίκτυο. Έμφαση δίνεται κυρίως στους όρους για το texas holdem διότι αυτούς θα συναντήσετε στα chat μεταξύ των αντιπάλων σας στα διαδικτυακά παιχνίδια, ωστόσο υπάρχουν ορισμένοι όροι που χρησιμοποιούνται και σε άλλα παιχνίδια πόκερ και είναι σκόπιμο να τους γνωρίζετε. Έχουν επίσης συμπεριληφθεί όροι που χρησιμοποιούν οι χαρτοκλέφτες, απλά επειδή θεωρήσαμε ότι η επεξήγησή τους έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον!
Οι όροι στο πόκερ είναι πραγματικά αμέτρητοι και αν υπάρχει κάποιος ο οποίος σας ενδιαφέρει να μάθετε την σημασία του και δεν περιλαμβάνεται παρακάτω, μπορείτε να αφήσετε ένα σχετικό σχόλιο στο τέλος της σελίδας. Θα προσπαθήσουμε σύντομα να τον συμπεριλάβουμε σε μια ενημερωμένη έκδοση του λεξικού.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
A
Ace Hand (χέρι με άσσο)
Ένα χέρι χωρίς ούτε ένα ζεύγος μπορεί να κερδίσει μια παρτίδα, αναλόγως με την μεγαλύτερη αξία φύλλου που περιέχει. Ένα χέρι με έναν άσσο κερδίζει όλα τα υπόλοιπα χέρια με φύλλο μικρότερης αξίας.
Ace in the Hole (κρυφός άσσος)
Στο πόκερ ένας κρυφός άσσος είναι ένα φύλλο το οποίο ο παίκτης δεν χρειάζεται να το δείξει. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η φράση «άσσος στο μανίκι» που υποδηλώνει ότι κάποιος έκανε ένα μυστικό τρικ ή έχει ένα πλεονέκτημα έναντι σε κάποιον άλλο.
Act (~δράση)
Γνωστό επίσης ώς «ψεύτικο» tell είναι μια κίνηση που σκοπεύει στο να κάνει τους αντιπάλους να πιστέψουν ότι έχουν μαντέψει σωστά τι χέρι κρατάτε. Είναι μια κίνηση σχεδιασμένη να παραπλανήσει προς όφελός σας.
Active Player (ενεργός παίκτης)
Σημαίνει στο πόκερ τον παίκτη που παραμένει στο παιχνίδι σε ένα στάδιο στο οποίο θα μπορούσε να έχει πάει πάσο.
Add On (~επιπρόσθετες μάρκες)
Είναι η δυνατότητα που δίνεται στους παίκτες στα τουρνουά να αγοράσουν επιπλέον μάρκες σε μια καθορισμένη χρονική στιγμή του παιχνιδιού. Προσφέρεται σε όλους τους παίκτες ανεξαιρέτως, σε αντίθεση με το re-buy.
Aggressive (επιθετικό παιχνίδι)
Ένας τρόπος παιχνιδιού που χαρακτηρίζεται από συνεχή μεγάλα πονταρίσματα, ρελάνς και αύξηση των στοιχημάτων όποτε εμφανίζεται μια ευκαιρία. Σημαίνει επίσης μια μεγάλη και πιθανόν ριψοκίνδυνη κίνηση.
All-in (ρέστα)
Στο πόκερ ένας παίκτης ποντάρει «τα ρέστα του» είτε όταν εκείνος αποφασίζει να ριψοκινδυνεύσει πιστεύοντας ότι κρατά το καλύτερο χέρι, είτε όταν οι μάρκες του δεν επαρκούν ώστε να καλύψουν ένα προηγούμενο ποντάρισμα αλλά θέλει να παραμείνει στην παρτίδα (με κίνδυνο να χάσει όλες τις μάρκες του).
All-in Disconnection Protection (προστασία από all-in σε περίπτωση αποσύνδεσης)
Ένας όρος που χρησιμοποιείται στο διαδικτυακό πόκερ, όπου ένας παίκτης θεωρείται ότι ποντάρει «τα ρέστα του» αν τύχει να διακοπεί η σύνδεσή του στο internet. Ο παίκτης δικαιούται να συμμετέχει στο ποτ ως την στιγμή που διακόπηκε η σύνδεσή του. Οι μάρκες του τοποθετούνται σε ένα παράπλευρο ποτ και δεν ποντάρονται όσο παραμένει αποσυνδεδεμένος.
Angle (ετυμ.γωνία)
Ένας τρόπος παιχνιδιού στο όριο νομιμότητας και παρανομίας.
Ante
Σε ορισμένα χαρτοπαίγνια, όπως το πόκερ, απαιτείται ένα αρχικό συμβολικό ποντάρισμα πριν μοιραστούν τα φύλλα. Το όνομα του στοιχήματος Ante είναι λατινικό και σημαίνει «πριν από».
Aquarium (ετυμ.ενυδρείο)
Υποδηλώνει ένα παιχνίδι ή ένα τραπέζι πόκερ όπου σχεδόν όλοι οι παίκτες είναι αρχάριοι, χωρίς εμπειρία στο παιχνίδι. Όπως συνηθίζεται να λέγεται περιέχει «πολλά ψάρια«.
Artist (~καλλιτέχνης)
Ένας χαρτοκλέφτης ο οποίος κρύβει φύλλα ώστε να τα χρησιμοποιήσει σε επόμενα χέρια ή που επιτυγχάνει πλεονέκτημα τακτοποιώντας τα φύλλα με αντικανονικές κινήσεις.
Auto-Post (αυτόματοποιημένο ποντάρισμα)
Ένας όρος που χρησιμοποιείται στο διαδικτυακό πόκερ. Μπορείτε να κάνετε την επιλογή να τοποθετούνται αυτόματα στο ποτ τα ante, τα blinds και κάθε άλλο αναγκαίο ποντάρισμα πριν μοιραστούν τα φύλλα. Αυτό γίνεται για την εξοικονόμηση χρόνου.
Automatic Bet (αυτόματο ποντάρισμα)
Όταν ένας παίκτης έχει το πλεονέκτημα θα πρέπει να κάνει ένα «αυτόματο» ποντάρισμα, δηλαδή μια ταχύτατη χωρίς ενδοιασμούς κίνηση. Αν αποτύχει να δώσει την εικόνα αυτή στους αντιπάλους του μπορεί να υποδηλώσει ένα αδύναμο χέρι.
Automatic Bluff (αυτόματη μπλόφα)
Χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με ένα αδύναμο χέρι όταν ο παίκτης αναμένει να αποκτήσει πλεονέκτημα από την κίνηση αυτή. Είναι ένα επιθετικό ποντάρισμα σχεδιασμένο να κάνει τους υπόλοιπους παίκτες να πάνε πάσο.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
B
Back Into (~ξανά στο παιχνίδι)
Όταν κάποιος συμπληρώνει ένα χέρι χρησιμοποιώντας και τα δύο τελευταία φύλλα που μοιράζονται. Εναλλακτικά μπορεί να περιγράψει ένα χέρι που κερδίζει αν και είναι μέτριο ή κακό επειδή όλοι οι αντίπαλοι έχουν χειρότερα χέρια.
Alternatively, this is a winning hand even though the player may have had horrible cards, and all of the other players have even worse hands.
Backdoor (ετυμ.πίσω πόρτα)
Επίσης χρησιμοποιείται όταν κάποιος συμπληρώνει ένα χέρι χρησιμοποιώντας και τα δύο τελευταία φύλλα που μοιράζονται.
Backraise
Παρόμοιο με το check-raise. Ο παίκτης κάνει μικρά πονταρίσματα στο ποτ στον πρώτο γύρο, ώστε να ελέγξει αν υπάρχουν μεγαλύτερα πονταρίσματα από τους επόμενους παίκτες. Αν υπάρξει τέτοιο ποντάρισμα θα κάνει call και θα αυξήσει το ποντάρισμα στο δεύτερο γύρο.
Bad Beat (~κακοτυχία)
Μια κατάσταση στην οποία ένα ημιτελές χέρι που μπορεί να ολοκληρωθεί από λίγα φύλλα της τράπουλας παραμένει στην παρτίδα και τελικά την κερδίζει. Όταν ένα ισχυρό χέρι χάνει από ένα άλλο που έγινε ισχυρότερο εξαιτίας του τελευταίου φύλλου που μοιράστηκε.
δείτε ένα βίντεο σχετικά με «bad beats»
Bankroll (κομπόδεμα)
Τα χρήματα που χρησιμοποιεί κανείς για να παίζει πόκερ.
Base Deal (μοίρασμα από την βάση της τράπουλας)
Μια μορφή απάτης στην οποία ορισμένα ισχυρά ή αδύναμα φύλλα μοιράζονται σε επιλεγμένο παίκτη από το κάτω μέρος της τράπουλας.
Beat the Board (ιδιωμ.)
Ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κατάσταση όπου το χέρι ενός παίκτη είναι ισχυρότερο από εκείνο που δημιουργείται από τα ανοικτά κοινά φύλλα στο τραπέζι, ειδικά αν αυτά σχηματίζουν κέντα ή χρώμα.
Bet Odds (απόδοση πονταρίσματος)
Η αναλογία ενός πιθανού πονταρίσματος σε σχέση με το συνολικό ποσό που θα προστεθεί στο ποτ ως συνέπεια του πονταρίσματος αυτού. Εφαρμόζεται μόνον σε ένα συγκεκριμένο ποντάρισμα ή ρελάνς και αναφέρεται μόνον στο ποσό που βρίσκεται εκείνη την στιγμή στο ποτ και όχι σε εκείνο που αναμένεται στο μέλλον.
Bet Out of Turn (ποντάρισμα εκτός σειράς)
Το να προσπαθήσετε να ποντάρετε ή να κάνετε ρελάνς όταν δεν είναι η σειρά σας. Είναι αδύνατον να συμβεί στο διαδικτυακό πόκερ.
Bet the Raise (ποντάρισμα το raise)
Το ελάχιστο ποσό που μπορεί να κάνει ρελάνς ένας παίκτης και το οποίο ισούται τουλάχιστον με το διπλάσιο του προηγούμενου πονταρίσματος, raise ή re-raise.
Big Blind (μεγάλο blind)
Τα blinds στο πόκερ, δηλαδή τα υποχρεωτικά πονταρίσματα πριν το φλοπ, δεν είναι όλα ίδια. Ο παίκτης στην πρώτη θέση του παιχνιδιού τοποθετεί το μικρό blind και ο παίκτης στην δεύτερη θέση τοποθετεί το μεγάλο blind, το οποίο είναι μεγαλύτερο σε αξία (συνήθως το διπλάσιο) από το μικρό blind.
Big Full (μεγάλο φουλ)
Το μεγαλύτερο δυνατόν φουλ, το οποίο αποτελείται από 3 άσσους και 2 ρηγάδες.
Blank (ετυμ.άσφαιρα)
Φύλλα που είναι άσχετα με τα εκείνα που φτιάχνουν τα ημιτελή χέρια και δεν επηρεάζουν το παιχνίδι.
Blaze (ετυμ.λάμψη)
Ένα χέρι που αποτελείται μόνον από φιγούρες. Σε ορισμένα παιχνίδια πόκερ (φυσικά όχι στο texas holdem) θεωρείται ένα ολοκληρωμένο χέρι το οποίο κατατάσσεται πάνω από τα δύο ζεύγη και κάτω από την τριάδα.
Blind Bet (τυφλό ποντάρισμα)
Ένα ποντάρισμα το οποίο κάνει ο παίκτης πριν ελέγξει τα κρυφά φύλλα του. Ονομάζεται επίσης ένα εξαναγκασμένο ποντάρισμα, το οποίο πραγματοποιήται πριν αποκαλυφθούν φύλλα, όπως ένα ante.
Blind Game (παιχνίδι με blinds)
Ένα παιχνίδι πόκερ το οποίο απαιτεί blinds προκειμένου να παικτεί αντί ή επιπλέον από τα ante.
Bluff (ελληνικός όρος: μπλόφα)
Ένα επιθετικό ποντάρισμα που επιδιώκει να προκαλέσει τους αντιπάλους να πάνε πάσο, όταν κάποιος έχει ένα χέρι που δεν έχει σχεδόν καμμία ελπίδα να κερδίσει στο showdown.
Board (ετυμ.τραπέζι πόκερ)
Το σύνολο των φύλλων που είναι ορατά από όλους τους παίκτες.
Bounty Tournament (τουρνουά επικύρηξης παικτών)
Ένα τουρνουά όπου απονέμονται έπαθλα για κάθε εξολόθρευση από το παιχνίδι συγκεκριμένων παικτών ή ομάδων παικτών.
Brick (ετυμ.τούβλο)
Παρόμοιο με τα «άσφαιρα», δηλαδή φύλλα που δεν αναμένεται να επηρεάσουν τα χέρια που διεκδικούν την ποτ.
Brick and Mortar (ετυμ. από τούβλα και τσιμέντο)
Κάθε χώρος στον οποίο διοργανώνονται τυχερά παιχνίδια εκτός του internet, ένας πραγματικός χώρος όπου οι παίκτες εμφανίζονται αυτοπροσώπως.
Broadway (ετυμ.η διάσημη οδός της Ν.Υόρκης)
Η μεγαλύτερης αξίας κέντα που μπορεί να υπάρξει, δηλαδή A-K-Q-J-10.
Bubble (ετυμ.φυσαλίδα)
Το σημείο εκείνο σε ένα τουρνουά στο οποίο υπάρχουν ένας μόνο παραπάνω παίκτης-διεκδικητής από τις συνολικές θέσεις που πληρώνονται ένα χρηματικό έπαθλο.
Bullets (ετυμ.βολίδες)
Ένα ζεύγος άσσων από χέρι.
Bump (ετυμ.λακούβα ή σαμαράκι)
Ένας όρος που χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα raise το οποίο απαιτεί από όλους τους παίκτες να το καλύψουν ή να κάνουν re-raise ή να εγκαταλείψουν το ποτ.
Buried Pair (ετυμ.θαμένο ζεύγος)
Ένα κρυφό ζεύγος το οποίο οι αντίπαλοι δεν μπορούν να δουν.
Burn (κάψιμο φύλλου)
Αναφέρεται στο «κάψιμο» του πρώτου φύλλου της τράπουλας πριν μοιραστούν τα φύλλα κάθε γύρου. Αυτό γίνεται για να εμποδιστεί η απάτη που θα μπορούσε να κάνει ένας ντήλερ αποκαλύπτοντας στιγμιαία το πρώτο χαρτί σε έναν συγκεκριμένο παίκτη. Ελαχιστοποιεί επίσης την πρακτική χρησιμότητα μιας σημαδεμένης τράπουλας.
Bust Out (εξολόθρευση παίκτη)
Όταν ένας παίκτης έχει χάσει όλες τις μάρκες ή τα χρήματά του.
Button (ετυμ.κουμπί)
Η θέση του ντήλερ, δηλαδή ο παίκτης που θα δράσει τελευταίος σε ένα γύρο πονταρισμάτων. Το button περιστρέφεται σύμφωνα με την φορά των δεικτών του ρολογιού μετά από κάθε παρτίδα.
Buy-In (κόστος συμμετοχής)
Τα παιχνίδια πόκερ ξεκινούν από ορισμένα συγκεκριμένα ποσά, τα οποία ονομάζονται Buy-in και είναι ίσα με τα ελάχιστα ποσά των πονταρισμάτων στο παιχνίδι.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας
C
Call (ελληνικός όρος: τα βλέπω)
Ένα μη μηδενικό ποντάρισμα ίσο με το αμέσως προηγούμενο το οποίο διατηρεί τον παίκτη στη παρτίδα και την διεκδίκηση του ποτ.
Call Cold (ετυμ.ψυχρό call)
Όταν κανείς παραμένει στην παρτίδα καλύπτοντας όχι απλά ένα αλλά πολλαπλά πονταρίσματα.
Call Down (ιδιωμ.)
Το να καλύπτει κανείς κάθε ποντάρισμα και κάθε ρελάνς ως το τέλος της παρτίδας.
Call Station (ιδιωμ.)
Έτσι χαρακτηρίζεται ένας παίκτης που του αρέσει να κάνει call πολύ συχνά, ακόμη και όταν υπάρχουν καλύτερες επιλογές γι’αυτόν. Τείνει να ποντάρει μόνο το ελάχιστο και σπάνια πάει πάσο ή κάνει raise.
Card Odds (πιθανότητες φύλλων)
Οι πιθανότητες εμφάνισης ενός συγκεκριμένου φύλλου βασισμένες στο τι σας έχει ήδη μοιραστεί και στο πόσα φύλλα απομένουν στην τράπουλα.
Card Protector (προστατευτικό φύλλων)
Κάθε αντικείμενο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να καλύψει τα κλειστά φύλλα ενός παίκτη για να μην αποκαλυφθούν κατά λάθος.
δείτε ένα βίντεο σχετικά με τα προστατευτικά φύλλων
Cards Speak (μιλούν τα φύλλα)
Σε αντίθεση με την προφορική ανακοίνωση του νικητήριου χεριού, σημαίνει πως η αξία των χεριών που αποκαλύπτει ο κάθε παίκτης είναι εκείνη που καθορίζει το νικητή.
Cash Game (παιχνίδι με μετρητά)
Ένα σύνηθες παιχνίδι πόκερ στο οποίο οι παίκτε παίζουν με μετρητά και μπορούν να εξαργυρώσουν τις μάρκες τους και να αποχωρήσουν ανά πάσα στιγμή εκείνοι επιθυμούν. Είναι γνωστό και ως Ring Game.
Cash In (εξαργύρωση μαρκών)
Γινεται όταν ο παίκτης αποσύρει τις μάρκες του και τις ανταλλάσει με μετρητά ή όταν αποσύρει χρήματα από τον λογαριασμό του. Είναι επίσης μια μορφή αποχαιρετισμού όταν κάποιος φεύγει από μια χαρτοπαικτική λέσχη.
Cash Out (εξαργύρωση μαρκών)
Παρόμοιο με το παραπάνω, όταν ο παίκτης μετατρέπει τις μάρκες του σε μετρητά, αποσύρει χρήματα από τον λογαριασμό του ή φεύγει από ένα τραπέζι ή αίθουσα πόκερ.
Cashout Curse (κατάρα της εξαργύρωσης)
Μια πρόληψη που πηγάζει από την προκατάληψη πως ορισμένες εταιρείες διαδικτυακού πόκερ «πειράζουν» το λογισμικό τους ώστε να κλέβει τους παίκτες που έχουν κάνει μια μεγάλη ανάληψη μοιράζοντάς τους αδύναμα χέρια με την ελπίδα πως θα τους αποτρέψουν να κάνουν μελλοντικά άλλες μεγάλες αναλήψεις.
Caught Speeding (ετυμ.σύλληψη λόγω υπερβολικής ταχύτητας)
Όταν μια μπλόφα δεν πιάνει ή ένας αντίπαλος την κερδίζει στο showdown.
Center Pot (κεντρική κάσα ή ποτ)
Το κυρίως ποτ όπου όλοι οι ενεργοί παίκτε έχουν τοποθετήσει πονταρίσματα και επομένως δικαιούνται να το κερδίσουν, σε αντιπαράθεση με το παράπλευρο ποτ.
Chase (κυνήγι φύλλου)
Το να κάνει κανείς call με ένα ημιτελές χέρι ή με ένα χέρι που κανείς δεν περιμένει πως θα είναι το καλύτερο στο παιχνίδι με την ελπίδα πως θα μοιραστεί ένα ευνοϊκό φύλλο.
Check (ετυμ.έλεγχος, ελληνικός όρος: ντούκου)
Μια επιλογή στο πόκερ που σημαίνει την δυνατότητα να μείνει κανείς στην παρτίδα χωρίς να ποντάρει. Ένα μηδενικό ποντάρισμα που διατηρεί τον παίκτη στην παρτίδα.
Check-Fold (ντούκου-πάσο)
Χρησιμοποιείται ως επιλογή στο διαδικτυακό πόκερ, προεπιλέγοντας στο λογισμικό να κάνει «ντούκου» αν είναι δυνατόν και να πάει «πάσο» αν όχι. Χρησιμοποιείται συνήθως από παίκτες που συμμετέχουν ταυτόχρονα σε πολλά τραπέζια.
Check-Raise (ντούκου-ρελάνς)
Μια τεχνική με την οποία ο παίκτης κάνει αρχικά «ντούκου» χωρίς να ποντάρει και στην συνέχεια αυξάνει το ποντάρισμα όταν έρθει ξανά η σειρά του. Συχνά καταδεικνύει μια παγίδα με ένα ισχυρό χέρι.
Checked Around (ετυμ.τσεκαρισμένο)
Περιγραφει ένα γύρο πονταρισμάτων όπου ο γύρος ολοκληρώνεται χωρίς επιπλέον πονταρίσματα.
Chip Leader (πρώτος σε μάρκες)
Χρησιμοποιείται σε τουρνουά για τον παίκτη με τις περισσότερες μάρκες.
Cinch Hand (ιδιωμ.)
Ένα χέρι που δεν μπορεί να χάσει από κανένα άλλο σε μια παρτίδα.
Coat Card (φιγούρα)
Ρηγάδες, ντάμες και βαλέδες.
Coin Flip (κορώνα-γράμματα)
Περιγράφει μια κατάσταση μεταξύ δύο παικτών στην οποία καθένας έχει ίδιες ή περίπου ίδιες πιθανότητες να κερδίσει το ποτ. Φυσικά, ΔΕΝ χρησιμοποιείται κέρμα για να καθορίσει τον νικητή.
Cold Deck (ψυχρή τράπουλα)
Το να κλεβει κανείς στο πόκερ μοιράζοντας στον αντίπαλο μη ευνοϊκά για εκείνον φύλλα.
Come Hand (πιθανό χέρι, χέρι που μπορεί να βελτιωθεί)
Ένα χέρι που προς το παρόν είναι αδύναμο αλλά μπορεί να βελτιωθεί σημαντικά όταν μοιραστούν ή αποκαλυφθούν τα επόμενα φύλλα.
Come In (άνοιγμα πονταρισμάτων)
Η πρώτη εθελοντική συνεισφορά στο ποτ. Σε ένα παιχνίδι με blinds σημαίνει το να «δει» ή να κάνει raise κάποιος τα blinds.
Community Card Poker (πόκερ με φύλλα κοινά για όλους)
Κάθε παιχνίδι πόκερ που περιλαμβάνει ένα συνδυασμό κλειστών προσωπικών φύλλων για κάθε παίκτη και ανοικτών κοινών για όλους φύλλων, τα οποία μοιράζονται ανοικτά στο τραπέζι και τα οποία οι συμμετέχοντες μπορούν να χρησιμοποιήσουν για να σχηματίσουν το χέρι τους. Οι πιο δημοφιλή τέτοια παιχνίδια είναι το Texas Holdem και το Omaha Holdem.
Complete Hand (ολοκληρωμένο χέρι)
Όταν τα φύλλα στο χέρι σας σχηματίζουν έναν ισχυρό συνδυασμό, δηλαδή μια κέντα, ένα χρώμα, ένα φουλ, ένα καρέ ή ένα στρέιτ φλος τότε έχετε ένα ολοκληρωμένο χέρι.
Connectors (διαδοχικής αξίας φύλλα)
Αναφέρεται στα κλειστά φύλλα ενός παίκτη και σημαίνει φύλλα διαδοχικής αξίας που είναι πιθανόν να εξελιχθούν σε κέντα ή ακόμη και στρέιτ φλος (αν έχουν το ίδιο χρώμα). Για παράδειγμα 9-10.
Conservative (συντηρητικός παίκτης)
Περιγράφει ένα παίκτη που τείνει να παίζει πολύ λίγα χέρια, πάει συχνά πάσο και κάνει μικρής αξίας πονταρίσματα ώστε να παραμένει στην διεκδίκηση του ποτ.
Continuation Bet (συνεχόμενο ποντάρισμα)
Όταν ένας παίκτης έχει ποντάρει και ένας αντίπαλος έκανε call σε έναν προηγούμενο γύρο, περιγράφει την ενέργεια του παίκτη να ποντάρει ξανά στον επόμενο γύρο, υπονοώντας ότι κρατά ένα ισχυρό χέρι.
Crack (ετυμ.σπάσιμο)
Το να κερδίσει κανείς στο showdown, ειδικά όταν το χέρι που χάνει ήταν φαβορί για να κερδίσει την παρτίδα.
Crying Call (απεγνωσμένο call)
‘Ενα διστακτικό call με μικρές προσδοκίες να κερδίσει την παρτίδα, ειδικά αν ακολουθηθεί από παράπονα για τα φύλλα που μοιράστηκαν και για την κατάσταση στην οποία έχει μπλέξει ο πάικτης που το κάνει.
Cut (κόψιμο τράπουλας)
Η ενέργεια που γίνεται χωρίζοντας την τράπουλα σε δύο ή περισσότερα τμήματα και αναταξινομώντας τα. Η συνιθέστερη τεχνική είναι να μοιράσει κανείς την τράπουλα στη μέση και να τοποθετήσει το επάνω μέρος της από κάτω.
Cut Card (κάρτα κοψίματος τράπουλας)
Μια ειδικά σχεδιασμένη κάρτα που χρησιμοποιείται για να δείξει που θα πρέπει να κοπεί η τράπουλα. Μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να καλύψει το τελευταίο φύλλο της τράπουλας ώστε αυτό να μην αποκαλυφθεί στους παίκτες.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
D
Dead (ετυμ.νεκρό)
Ένα χέρι που είναι ανενεργό ή δεν μπορεί να κερδίσει την παρτίδα διότι δεν μπορεί να βελτιωθεί έναντι ενός καλύτερου από κανένα φύλλο στην τράπουλα ή έχει γίνει fold.
Dead Cards (ετυμ.νεκρά φύλλα)
Φύλλα τα οποία έχουν αποσυρθεί από το παιχνίδι, είτε γιατί δεν μοιράστηκαν σε κάποιον συγκεκριμένο παίκτη, είτε έγιναν fold, είτε τα κρατά ένας αντίπαλος.
Dead Game (~πεθαμένο παιχνίδι)
Περιγράφει ένα παιχνίδι πόκερ με λίγα και μικρά πονταρίσματα, raise ή re-raise.
Dead Money (~νεκρά χρήματα)
Το κόστος συμμετοχής σε ένα τουρνουά που πληρώνει ένας άπειρος παίκτης και είναι σχεδόν βέβαιο πως θα χάσει.
Dealer’s Choice (κατ’επιλογή του ντήλερ)
Ένας κανόνας που ορίζει πως κάθε παίκτης θα έχει την δυνατότητα να κάνει τον ντήλερ και πως θα μπορεί να επιλέξει το παιχνίδι που θα παιχτεί, τον αριθμό των παρτίδων και την χρονική διάρκεια παιχνιδιού.
Dominating (κυρίαρχο χέρι)
Ένα χέρι που έχει σημαντικές πιθανότητες να κερδίσει. Δεν περιλαμβάνει ζεύγος αλλά έχει ένα φύλλο που έχει το ίδιο και ο αντίπαλος και ένα δεύτερο φύλλο το οποίο είναι μεγαλύτερης αξίας από το δεύτερο φύλλο του αντιπάλου. Για παράδειγμα, ένας παίκτης με Α-Κ έχει κυρίαρχο χέρι έναντι ενός αντιπάλου με Α-10.
Double Bluff (διπλή μπλόφα)
Η απάντηση στο raise ενός αντιπάλου με ένα re-raise σε μια προσπάθεια να τον εξαναγκάσει να πάει πάσο.
Double Deal (διπλομοίρασμα)
Μια μορφή απάτης όπου ο ντήλερ μοιράζει δύο ή περισσότερα φύλλα σε έναν παίκτη ώστε να δώσει πλεονέκτημα σε ένα συγκεκριμένο παίκτη.
Down to the Green (ιδιωμ.)
Σημαίνει ότι κάποιος δεν έχει άλλες μάρκες για να παίξει, του έχει μείνει μόνον η πράσινη τσόχα.
Draw (ετυμ.τράβηγμα φύλλου)
Χρησιμοποιείται όταν σε έναν παίκτη λείπει ένα φύλλο προκειμένου να ολοκληρώσει ενα ημιτελές χέρι ή να βελτιώσει ένα άλλο. Τότε ο παίκτης περιμένει να «τραβήξει» ένα φύλλο. Για παράδειγμα, αν κάποιος έχει 9-10-J-Q και 5, ο παίκτης προσπαθεί να «τραβήξει» 8 ή Κ. Εϊναι μια τακτική που συχνά εφαρμόζεται στα παιχνίδια πόκερ.
Draw Poker
Μια κλασική παραλλαγή παιχνιδιού πόκερ, με πέντε κλειστά φύλλα να μοιράζονται σε όσους παίκτες έχουν ποντάρει τα ante. Μετά από έναν γύρο πονταρισμάτων, οι παίκτες μπορούν είτε να κρατήσουν όλα τα αρχικά φύλλα που του μοιράστηκαν, είτε να αλλάξει από ένα ως τέσσερα από αυτά με καινούργια. Ακολουθεί ένας ακόμη γύρων πονταρισμάτων και στην συνέχεια οι παίκτες συγκρίνουν τα χέρια τους για να καθοριστεί εκείνο που έχει τον καλύτερο συνδυασμό.
Drawing Hand (ημιτελές χέρι)
Ένα χέρι που του λείπουν ένα ή περισσότερα φύλλα ώστε να γίνει χρώμα, κέντα ή στρέιτ φλος.
Drop (πάσο ή αποσύνδεση)
Το να πάει κανείς πάσο ή στην περίπτωση διαδικτυακού πόκερ το να διακοπεί η σύνδεσή του στο internet.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
E
Early Position (θέση στην αρχή του τραπεζιού)
Η θέση κοντά στην αρχή μιας παρτίδας, δηλαδή εντός του πρώτου τρίτου του τραπεζιού.
Edge Odds (~επίδοση παίκτη)
Η αναλογία των μέσων κερδών ενός παίκτη σε μια συγκεκριμένη ομάδα παικτών σε σχέση με τον μέσο όρο των μέγιστων κερδών της ομάδας σε οποιοδήποτε αριθμό παρτίδων.
Exposed Pair (εκτεθιμένο ζεύγος)
‘Ενα ζεύγος που είναι ορατό σε όλους τους παίκτες.
F
False Cut (ψεύτικο κόψιμο)
Ένα κόλπο που κάνουν οι χαρτοκλέφτες ώστε να φανεί ότι έκοψαν την τράπουλα ενώ στην πραγματικότητα δεν το έχουν κάνει.
Family Pot (~οικογενειακό ποτ)
Ένα ποτ το οποίο το διεκδικούν πολλοί παίκτες.
Fast (ετυμ.γρήγορο)
Περιγράφει μια μπλόφα που γίνεται με μεγάλη και συχνή αύξηση του πονταρίσματος.
Feeler Bet (ιδιωμ.)
Ένα ποντάρισμα με μικρές αυξήσεις ώστε να γίνουν αντιληπτές οι αντιδράσεις των παικτών και να αποκτηθεί πληροφόρηση.
Fish (ετυμ.ψάρι)
Ένας άπειρος παίκτης που δεν έχει αναπτύξει και τελειοποιήσει τις ικανότητες του στο πόκερ. ‘Ενας παίκτης που χάνει μεγάλα χρηματικά ποσά. Περιγράφει επίσης κάποιον που ποντάρει στο ποτ ελπίζοντας να ολοκληρώσει ένα ημιτελές χέρι το οποίο έχει πολύ λίγες πιθανότητες και αρνητική αναμενόμενη αξία επένδυσης.
δείτε ένα βίντεο σχετικό με τα «ψάρια» στο πόκερ
Fixed Limit (προκαθορισμένο όριο)
Ένα συγκεκριμένο ποντάρισμα που πρέπει να γίνει. Το ύψος του μπορεί να μεταβάλεται μεταξύ των γύρων πονταρισμάτων σε μια παρτίδα.
Flat Call (ετυμ.επίπεδο call)
Όταν γίνεται call σε μια κατάσταση όπου οι παίκτες θα περίμεναν ένα ρελάνς.
Flop
Τα πρώτα τρία κοινά για όλους φύλλα που μοιράζονται ανοικτά στο πρώτο στάδιο του Texas Holdem.
Flop Percent (ποσοστό φλοπ)
Το ποσοστό των παικτών που παραμένουν στην παρτίδα μετά το φλοπ.
Flush (ελληνικός όρος: χρώμα)
Ένα χέρι που περιλαμβάνει πέντε φύλλα του ιδίου χρώματος, το οποία κατατάσσεται κάτω από ένα φουλ και πάνω από μια κέντα.
Fold (ελληνικός όρος: πάσο)
Η εγκατάλειψη ενός χεριού στο πόκερ η οποία συνεπάγεται και την εγκατάλειψη διεκδίκησης του ποτ σε μια παρτίδα.
Forced Bet (εξαναγκασμένο ποντάρισμα)
Κάθε ποντάρισμα που είναι υποχρεωτικό πριν αρχίσει ένα παιχνίδι.
Four Flush (ημιτελές χρώμα)
Ένα χέρι που περιλαμβάνει τέσσερα φύλλα του ίδιου χρώματος.
Four of a Kind (καρέ)
Το δεύτερο καλύτερο χέρι στο πόκερ, το οποίο περιλαμβάνει τέσσερα φύλλα της ίδιας αξίας. Τα χέρια αυτά κατατάσσονται μεταξύ τους σύμφωνα με την αξία των φύλλων της τετράδας, δηλαδή το J-J-J-J-2 κερδίζει το 5-5-5-5-8.
Four Straight (ημιτελής κέντα)
Ένα χέρι που αποτελείται από τέσσερα φύλλα διαδοχικής αξίας.
Four-Color Deck (τετράχρωμη τράπουλα)
Μια τράπουλα με τέσσερεις χρωματισμούς, αντί για τους συνήθεις κόκκινο και μαύρο, ένα για κάθε χρώμα φύλλων. Χρησιμοποιείται κατ’επιλογή του παίκτη στο διαδικτυακό πόκερ για την διευκολυνσή του.
Free Cards (δωρεάν φύλλα)
Φύλλα που δεν απαιτείται από τους παίκτες να ποντάρουν επιπλέον χρήματα για να τα δουν. Τα φύλλα που αποκαλύπτονται μετά από έναν γύρο χωρίς πονταρίσματα, ή τα φύλλα που αποκαλύπτονται αν δεν γίνει raise σε ένα παιχνίδι με blinds.
Freeze Out (ετυμ.πάγωμα)
Ένα ποντάρισμα που είναι τόσο πολύ μεγάλο ώστε να κάνει τους υπόλοιπους παίκτες να πάνε πάσο σε μια προσπάθεια περιορισμού των παικτών σε εκείνους που δεν παίζουν απλά προσπαθώντας να ολοκληρώσουν ένα ημιτελές χέρι.
Full House (ελληνικός όρος: φουλ)
Ένα πολύτιμο χέρι στο πόκερ το οποίο περιλαμβάνει μια τριάδα φύλλων ίδιας αξίας και ένα ζεύγος φύλλων μιας διαφορετικής αξίας. Τα φύλλα της τριάδας καθορίζουν την αξία του χεριού, δηλαδή το 9-9-9-5-5 κερδίζει το 5-5-5-Κ-Κ.
G
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
H
Half Pot Limit (όριο μισού ποτ)
Όταν το μέγιστο ποντάρισμα, ρελάνς ή reraise δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισό χρηματικό ποσό που βρίσκεται στο ποτ.
Hand (ελληνικός όρος: χέρι)
Πέντε φύλλα τα οποία μπορείτε να παίξετε, τα οποία έχουν μοιραστεί πριν ή μετά από ένα ενδιάμεσο μοίρασμα σε μια παρτίδα, ονομάζονται χέρι.
Head to Head (ένας εναντίον ενός)
Ένα παιχνίδι πόκερ μεταξύ μόνο δύο παικτών.
High Card (φύλλο μεγαλύτερης αξίας)
Στην περίπτωση που δεν σχηματίζονται άλλα μεγαλύτερης αξίας χέρια σε ένα παιχνίδι πόκερ, το φύλλο με την μεγαλύτερη αξία σε ένα χέρι καθορίζει την αξία των χεριών των παικτών και ο παίκτης με το μεγαλύτερο μεγαλύτερης αξίας φύλλο κερδίζει την παρτίδα.
High-Low (ιδιωμ.)
Μια παραλλαγή ορισμένων παιχνιδιών πόκερ, στην οποία το ποτ μοιράζεται σε δύο ίσα μέρη. Ο παίκτης με το καλύτερο χέρι κερδίζει το μισό, ενώ το άλλο μισό το κερδίζει ο παίκτης με το χειρότερο χέρι από όλα τα άλλα.
Hold Out (ιδιωμ.)
Μια μορφή απάτης στην οποία ένα φύλλο αποσύρεται από την τράπουλα προκειμένου να χρησιμοποιηθεί σε ένα μεταγενέστερο στάδιο του παιχνιδιού, όταν θα δίνει ένα πλεονέκτημα στον χαρτοκλέφτη.
House (ετυμ.σπίτι)
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον χώρο διοργάνωσης ενός παιχνιδιού ή εναλλακτικά ένα φουλ.
House Player (επαγγελματίας παίκτης)
Ένας παίκτης που εργάζεται σε ένα καζίνο ή χαρτοπαικτική λέσχη προκειμένου να παίζει για λογαριασμό τους για διάφορους λόγους, όπως για να συμπληρώνεται ο ελάχιστος αριθμός παικτών σε ένα τραπέζι.
House Rules (κανόνες σπιτιού)
Οι κανόνες που θα πρέπει να ακολουθούν οι παίκτες όταν παίζουν σε έναν χώρο διοργάνωσης παιχνιδιών πόκερ.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
I
Implied Odds (συνεπαγόμενες πιθανότητες)
Η αναλογία του ποσού χρημάτων που αναμένεται να βρίσκεται στο ποτ στο τέλος ενός γύρου ή στην ολοκλήρωση μιας παρτίδας σε σύγκριση με το ποσό που απαιτείται για να κάνει κανείς call και να διατηρήσει την δυνατότητα να διεκδικήσει το ποτ. Ο υπολογισμός θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει κάθε πιθανό πρόσθετο ποντάρισμα.
Improve (βελτίωση)
Το να μοιραστεί σε κάποιον ένα ή περισσότερα φύλλα τα οποία ενδυναμώνουν το χέρι που παίζει.
Index (δείκτης)
Ένα σημάδι στο πάνω αριστερά και κάτω δεξιά μέρος ενός φύλλου που υποδεικνύει την αξία του και το χρώμα του. Εναλλακτικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί από έναν χαρτοκλέφτη ώστε να αναγνωρίζει τα φύλλα στην εξέλιξη ενός παιχνιδιού.
Inside Straight Draw (εσωτερικά ημιτελής κέντα)
Τέσσερα φύλλα που μπορούν να σχηματίσουν κέντα, αν μοιραστεί το ενδιάμεσο φύλλο που λείπει. Για παράδειγμα, 4-5-7-8.
Investment Odds (απόδοση επένδυσης)
Η αναμενόμενη επιστροφή μιας επένδυσης που γίνεται σε ένα ορισμένο χέρι ή δράση. Ισοδυναμεί με τον λόγο (αναμενόμενο μέγεθος ποτ)(πιθανότητα νίκης) / (επένδυση που κάνει ο παίκτης).
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
J
Jammed (~μποτιλιάρισμα)
Υποδηλώνει ένα μεγάλο αριθμό από πονταρίσματα, ρελάνς και reraise στο ποτ. Μπορεί επιπλέον να περιγράψει έναν παίκτη που ποντάρει επιθετικά.
K
Kicker (ιδιωμ.)
Στην περίπτωση που δεν φαίνεται να σχηματίζεται κέντα ή χρώμα από κανέναν αντίπαλο, κάποιος μπορεί να παραμείνει στο παιχνίδι κρατώντας ένα μεγάλης αξίας φύλλο όπως άσσο ή ρήγα έχοντας ένα πιθανό πλεονέκτημα στο τέλος της παρτίδας.
L
Last Position (τελευταία θέση)
Ο τελευταίος παίκτης που μπορεί να δράσει σε έναν γύρο παιχνιδιού.
Lay Down (εγκατάλειψη)
Μια αμφισβητούμενης ορθότητας απόφαση για fold, ειδικά αν το χέρι του παίκτη είναι ισχυρό. Χρησιμοποιείται επίσης για να περιγράψει το showdown όταν οι παίκτες αποκαλύπτουν τα φύλλα τους.
Lead (~καθοδήγηση)
Ο παίκτης που κάνει το πρώτο ποντάρισμα σε έναν γύρο.
Leader Board (πίνακας βαθμολογίας παικτών)
Χρησιμοποιείται στα τουρνουά για την κατάταξη των παικτών ανάλογα με το πλήθος από μάρκες που έχουν από τις περισσότερες στις λιγότερες.
Leak (διαρροή)
Όταν ένας παίκτης ηθελημένα αποκαλύπτει ορισμένα από τα φύλλα του ώστε να γίνει γνωστό τι κρατά στους άλλους παίκτες. Εναλλακτικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει μια αδυναμία στον τρόπο παιχνιδιού ενός παίκτη στο οποίο χρειάζονται βελτίωση.
Leg (σκέλος)
Ένας ακόμη όρος για μια παρτίδα ή έναν γύρο παιχνιδιού.
Limit (όριο)
Ένα συγκεκριμένο χρηματικό ποσό ή πλήθος μάρκες που επιτρέπεται να παιχτούν ή να πονταριστούν σε ένα παιχνίδι ή γύρο πονταρίσματος.
Live (ετυμ.ζωντανό)
Ένα φύλλο το οποίο δεν έχει ακόμα μοιραστεί ή γίνει fold και παραμένει στην τράπουλα. Μπορεί ακόμη να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει ένα παιχνίδι που είναι ενεργό ή (ειρωνικά) την πνευματική κατάσταση ενός παίκτη.
Lock (ετυμ.κλείδωμα)
Το καλύτερο πιθανό χέρι που κανείς δεν μπορεί να κερδίσει
Look (βλέπω)
Όταν ένας παίκτης κάνει call στον τελευταίο γύρο πονταρισμάτων.
Loose (χαλαρός)
Περιγράφεται έτσι ο παίκτης που διαρκώς ποντάρει στο ποτ, ακόμη και όταν συνιστάται να πάει πάσο και συνηθίζει να παίζει πολλές παρτίδες ως το showdown.
Low-Limit (παιχνίδι με χαμηλό όριο)
Ένα παιχνίδι πόκερ που απαιτεί λίγα χρήματα για να παιξει κανείς σε αυτό.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
M
Main Pot (κύρια κάσα ή ποτ)
Το ποτ το οποίο όλοι οι παίκτες έχουν συνεισφέρει και επομένως δικαιούνται να κερδίσουν.
Make (ιδιωμ.)
Έχει πολλές διαφορετικές χρήσεις. Η κυριότερη είναι να μοιραστεί σε κάποιον παίκτη το φύλλο που χρειάζεται για την ολοκλήρωση του χεριού του. Σημαίνει επίσης, το ανακάτεμα της τράπουλας ή τέλος την αποκάλυψη ενός χαρτοκλέφτη.
Mark (σημάδι)
Η τοποθέτηση ενός σημαδιού στην πίσω όψη ενός φύλλου προκειμένου να αναγνωρίζεται εύκολα αργότερα στο παιχνίδι, είναι δηλαδή μια μορφή απάτης. Μπορεί επίσης να σημαίνει τον παίκτη εκείνον ο οποίος έχει γίνει στόχος ενός χαρτοκλέφτη ή ενός πολύ έμπειρου και ικανού αντιπάλου του.
Micro-limit (~μικρο-όριο)
Ένα παιχνίδι πόκερ που απαιτεί ένα εξαιρετικά χαμηλό χρηματικό ποσό προκειμένου να συμμετάσχει κανείς σε αυτό.
Miscall (λάθος call)
Όταν ένας παίκτης κάνει λάθος βλέποντας μια αξία χεριού που είναι λανθασμένη ή όταν κάποιος έχει υψηλότερης αξίας χέρι από εκείνο που θεωρούσε ότι είχε όταν έκανε call.
Miss (~αστοχία)
Όταν μοιράζεται ένα φύλλο το οποίο δεν βελτιώνει ένα χέρι, ειδικά όταν αυτό χρειάζεται ένα μόνο ακόμη φύλλο προκειμένου να ολοκληρωθεί.
Monster (ετυμ.τέρας)
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει κάτι μεγάλο και πολύ ισχυρό. Για παράδειγμα «έχω ένα monster (πολύ ισχυρό) χέρι» ή «θα έχανα ένα monster (τεράστιο) ποτ«.
Muck (ετυμ.ακαθαρσίες)
Περιγράφεται έτσι η στοίβα με τα φύλλα που έχουν γίνει fold. Εναλλακτικά αναφέρεται στην ενέργεια εκείνη του παίκτη να εγκαταλείψει το χέρι του χωρίς να το αποκαλύψει στην φάση του showdown.
N
No Limit (χωρίς όριο)
Ένα παιχνίδι στο οποίο δεν υπάρχει ένα μέγιστο επιτρεπόμενο ποσό χρημάτων ή μαρκών που μπορεί να ποντάρει ένας παίκτης.
Number-way Straight (ιδιωμ.)
Είναι μια ημιτελής πιθανή κέντα με ένα συγκεκριμένο αριθμό φύλλων που χρειάζονται για να ολοκληρωθεί. Όταν ένα χέρι έχει τέσσερα από τα φύλλα που χρειάζονται για μια κέντα και μόνο 2 από τα φύλλα που υπάρχουν ακόμα στην τράπουλα ολοκληρώνουν το χέρι, λέμε ότι ο παίκτης έχει ένα «2-way straight».
Nut (ετυμ.καρύδι)
Το ελάχιστο ποσό χρημάτων ή μαρκών που αναμένει ένας παίκτης να κερδίσει ώστε να έρθει «στα λεφτά του». Μπορεί ακόμη να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει το καλύτερο δυνατόν χέρι μιας συγκεκριμένης αξίας.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
O
Odds Against (πιθανότητες εναντίον)
Η αναλογία των αρνητικών προς τα θετικά αποτελέσματα που αναμένονται μακροπρόθεσμα.
Odds For (πιθανότητες υπέρ)
Η αναλογία των θετικών προς τα αρνητικά αποτελέσματα που αναμένονται μακροπρόθεσμα.
Offsuit (~διαφορετικού χρώματος)
Φύλλα που έχουν διαφορετικό χρώμα το ένα από το άλλο.
Omaha
Ένα παιχνίδι ποκερ στο οποίο μοιράζονται 4 κρυφά φύλλα στους παίκτες ενώ στην συνέχεια ανοίγονται 5 φύλλα στο τραπέζι για κοινή χρήση από όλους. Οι παίκτες συνδυάζουν 2 από τα κρυφά φύλλα τους με 3 από τα κοινά φύλλα προκειμένου να σχηματίσουν τον υψηλότερης αξίας συνδυασμό 5 φύλλων.
On a Draw (ιδιωμ.)
Όταν ένας παίκτης παραμένει στο ποτ ποντάροντας σε μια προσπάθειά του να ολοκληρώσει ένα ημιτελές χέρι με κάποιο φύλλο που ακόμη δεν έχει μοιραστεί.
Open (άνοιγμα)
Υποδηλώνει το πρώτο ποντάρισμα κατά τον πρώτο γύρο μιας παρτίδας.
Open Card (ανοικτό φύλλο)
Ένα φύλλο το οποίο έχουν δικαίωμα να δουν όλοι οι παίκτες και το οποίο μοιράζεται ανοικτό.
Open Pair (ανοικτό ζεύγος)
Όπως το ανοικτό φύλλο, αλλά σε σχηματισμό ζεύγους.
Open-ended Straight Draw (ημιτελής ανοικτή στo άκρo κέντα)
Ένα χέρι όπου 4 από τα 5 φύλλα που απαιτούνται για μια κέντα θα πρέπει να συμπληρωθούν από ένα φύλλο συγκεκριμένης αξίας. Για παράδειγμα Α-2-3-4 ή Α-K-Q-J.
Outdraw (ιδιωμ.)
Όταν σε έναν παίκτη μοιράζονται φύλλα που ολοκληρώνουν ή βελτιώνουν το χέρι του, ειδικά αν ήταν προηγουμένως ήταν αουτσάιντερ για να κερδίσει την παρτίδα.
Outkick (ιδιωμ.)
Ένας παίκτης ο οποίος κρατά ένα kicker υψηλότερης αξίας από τους αντιπάλους του και κερδίζει με αυτό το φύλλο το ποτ.
Over (ιδιωμ.)
Περιγράφει την αξία του φύλλου που σχηματίζει την τριάδα σε ένα φουλ ή το υψηλότερης αξίας ζεύγος σε ένα χέρι με δύο ζεύγη.
Overbet (~υπερβολικό ποντάρισμα)
Ένα ποντάρισμα, ένα ρελάνς ή ένα reraise το οποίο είναι σημαντικά μεγαλύτερο από το ποσό που ήδη βρίσκεται στο ποτ.
Overcard (ιδιωμ.)
Στα παιχνίδια πόκερ με κοινά για όλους φύλλα, είναι το φύλλο με την μεγαλύτερη αξία από τα υπόλοιπα ανοικτά φύλλα στο τραπέζι.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
P
Pair (ζεύγος)
Οποιαδήποτε δύο φύλλα της ίδιας αξίας σε ένα χέρι.
Pass (πάσο)
Όταν έρθει η σειρά ενός παίκτη εκείνος μπορεί να μην ποντάρει εγκαταλείποντας την παρτίδα και πηγαίνοντας πάσο.
Passive (παθητικό-ς)
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα παιχνίδι, ένα τραπέζι ή έναν παίκτη που παίζει με το ελάχιστο ποσό πονταρίσματος ώστε να παραμείνει διεκδικητής του ποτ, κάνοντας διαρκώς call ή check. Είναι το αντίθετο του επιθετικού παιχνιδιού ή παίκτη.
Picture Card (φιγούρα)
Ρηγάδες, Ντάμες ή Βαλέδες δηλαδή τα φύλλα που δεν έχουν αριθμούς.
Pocket Cards (κρυφά φύλλα)
Τα φύλλα που μοιράζονται κλειστά στους παίκτες, με την όψη προς τα κάτω.
Poker (ελληνικός όρος: πόκερ ή πόκα)
Ένας δημοφιλής τύπος χαρτοπαιγνίου στο οποίο δύο ή περισσότεροι παίκτες τζογάρουν στην αξία του συνδυασμού φύλλων που κρατούν (το «χέρι» τους) τοποθετώντας στοιχήματα σε ένα ποτ ή κάσα. Κερδίζει ο παίκτης με το χέρι υψηλότερης αξίας ή ο τελευταίος παίκτης που παραμένει στην παρτίδα. Το πόκερ και το διαδικτυακό πόκερ έχουν πολλες παραλλαγές με παρόμοιους κανόνες και ιεράρχηση αξίας χεριών.
Poker Face (έκφραση πόκερ)
Μια εντελώς απαθής έκφραση προσώπου. Στόχος της είναι να αποτρέψει τους αντιπάλους να μαντέψουν την επόμενη κίνηση του παίκτη ή το χέρι που κρατούν.
δείτε ένα βίντεο σχετικό με «Poker Face»
Position (θέση)
Το σημείο που βρίσκεται ο παίκτης στο τραπέζι, η σειρά του μετά από μια ακολουθία ενεργειών.
Position Bet (ποντάρισμα λόγω θέσης)
Ένα ποντάρισμα λόγω πληροφόρησης που έχει αποκτηθεί και που εκμεταλεύεται πλεονέκτημα της θέσης του παίκτη, ειδικά αν νωρίτερα στο παιχνίδι δεν θα έκαναν την ίδια κίνηση.
Pot (ελληνικός όρος: κάσα)
Το χρηματικό ποσό που συσσωρεύεται σε ένα παιχνίδι πόκερ, το οποίο κερδίζει ο νικητής της κάθε παρτίδας.
Pot Committed (δεσμευμένος με το ποτ)
Περιγράφει κάποιον που έχει ήδη βάλει πολλά χρήματα στο ποτ, έτσι ώστε δεν τον συμφέρει να πάει πάσο, ακόμα και αν έχει πολλές πιθανότητες να χάσει στο showdown.
Pot Equity (ισοτιμία του ποτ)
Είναι το ποσόν που βρίσκεται ήδη στο ποτ πολλαπλασιασμένο με την ποσοστό πιθανοτήτων να κερδίσει κανείς την παρτίδα, σε κάποια χρονική στιγμή του παιχνιδιού.
Pot Limit (με όριο το ποτ)
Ένας περιορισμός ώστε το μέγιστο ποσό για ρελάνς να ισοδυναμεί με την αξία του ποτ εκείνη την στιγμή.
Protect (προστασία)
Ένα ποντάρισμα με την ελπιδα να περιορίσει τους ενεργούς παίκτες στην παρτίδα και να αυξήσει με τον τρόπο αυτό τις πιθανότητες να κερδίσει στο showdown.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
Q
Quads (τετράδα)
Ένας ακόμη όρος πόκερ για το καρέ.
R
Rainbow (ετυμ.ουράνιο τόξο)
Ένα χέρι που περιέχει φύλλα από όλα τα χρώματα, κάνοντάς το να μοιάζει με ουράνιο τόξο.
Raise (ρελάνς)
Ένα ποντάρισμα μεγαλύτερο από το αμέσως προηγούμενο το οποίο απαιτεί από τους υπόλοιπους παίκτες να το καλύψουν ή να κάνουν επιπλέον ρελάνς. Σε αντίθετη περίπτωση θα πρέπει να εγκαταλείψουν το ποτ πηγαίνοντας πάσο.
Rake (γκανιότα ή βιδάνιο)
Ένα ποσοστό που παρακρατά το καζίνο ή η αίθουσα πόκερ προκειμένου να αποζημιωθεί για την διοργάνωση του παιχνιδιού ή του τουρνουά. Συνήθως αποκόπτεται από το ποτ.
Rakeback (επιστροφή γκανιότας)
Προσφέρεται από ορισμένα διαδικτυακά πόκερ ως μια προωθητική ενέργεια με την οποία ένα ποσοστό της γκανιότας επιστρέφεται πίσω στον παίκτη.
Rank (κατάταξη)
Η κατάταξη ενός φύλλου από το χειρότερο στο καλύτερο βασισμένη στην αριθμητική αξία του φύλλου, άσχετα με το χρώμα του. Χρησιμοποιείται επίσης για την αξιολόγηση των χεριών.
Re-buy (επαναγορά μαρκών)
Ο όρος χρησιμοποείται στα τουρνουά και σημαίνει την δυνατότητα που δίνεται στον παίκτη να πληρώσει ένα επιπλέον τίμημα ώστε να έχει επιπλέον μάρκες και να ξεκινήσει εκ νέου την προσπάθειά του.
Read (ιδιωμ.)
Η ικανότητα να αναλύει κανείς τις αντιδράσεις και τους τρόπους παιχνιδιού σε προηγούμενες παρτίδες των αντιπάλων του ώστε να το χρησιμοποιήσει προς όφελός του στο μέλλον.
Reload Bonus (επιβράβευση επανακατάθεσης)
Χρησιμοποιείται στο διαδικτυακό πόκερ από τις εταιρείες ως διαφημιστική προσφορά χρημάτων προκειμένου να εξασφαλιστεί η ύπαρξη πιστών πελατών και να ωθήσει τους υπάρχοντες παίκτες να κάνουν εκ νέου καταθέσεις.
Reraise (ιδιωμ.)
Όταν κανείς ανεβάζει εκ νέου το ποντάρισμά του αφού ο αντίπαλός του ήδη έχει κάνει ρελάνς.
Reverse Tell (ιδιωμ.)
Μια αντίδραση σχεδιασμένη να κάνει τον αντίπαλο να πιστέψει πως έχει πάρει πληροφόρηση σχετικά με το χέρι του παίκτη.
Ring Game (παιχνίδι με μετρητά)
Ένα κανονικό παιχνίδι πόκερ, σε αντίθεση με ένα τουρνουά, όπου οι παίκτες μπορούν να παίξουν για μετρητά και να αποχωρήσουν από το παιχνίδι ανά πάσα στιγμή. Χρησιμοποιείται επίσης ο όρος Cash Game.
River (ετυμ.ποτάμι)
Έτσι ονομάζεται το τελευταίο φύλλο που μοιράζεται στους παίκτες ώστε να ολοκληρωθεί η παρτίδα.
Royal Flush (ελληνικός όρος: φλος ρουαγιάλ)
Είναι το υψηλότερο χέρι που μπορεί να έχει κανείς στο πόκερ και αποτελείται από A-K-Q-J-10 του ίδιου χρώματος.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
S
Sandbag (ετυμ.σάκος του μποξ)
Είναι μια στρατηγική κατά την οποία ο παίκτης θέλει να κάνει τους αντιπάλους του να πιστέψουν ότι το χέρι του είναι πιο αδύνατο από ότι στην πραγματικότητα, ελπίζοντας ότι θα τους προκαλέσει να ποντάρουν επιθετικά.
Semi-Bluff (ημι-μπλόφα)
Ο επιθετικός τρόπος πονταρίσματος με ένα μέτριο χέρι που είναι μάλλον απίθανο να κερδίσει στο showdown. Στόχος είναι να προκαλέσει τους αντιπάλους να πάνε πάσο αν και έχει πιθανότητες να τελικά να κερδίσει.
Shark (ετυμ.καρχαρίας)
Υποδηλώνει έναν πολύ έμπειρο παίκτη που στόχος του είναι να παραπλανήσει τους αντιπάλους του υποκρινόμενος αδυναμία.
Short Call (ελλειπές call)
Ένα ποντάρισμα που ισοδυναμεί με all-in διότι ο παίκτης δεν έχει αρκετά χρήματα ώστε να καλύψει τα πονταρίσματα ή/και τα ρελάνς των αντιπάλων του.
Showdown (~αποκάλυψη χεριών)
Η κατάληξη μιας παρτίδας πόκερ όταν οι ενεργοί παίκτες αποκαλύπτουν τα φύλλα τους και ανακυρήσσεται ο νικητής της παρτίδας και του ποτ.
Side Pot (παράπλευρη κάσα ή ποτ)
Δημιουργείται ξεχωριστά από το κυρίως ποτ όταν ένας παίκτης ποντάρει «τα ρέστα» του ενώ οι αντίπαλοί του συνεχίζουν να ποντάρουν περισσότερα από όσα έχει ο παίκτης αυτός. Εφόσον ο παίκτης αυτός δεν έχει συνεισφέρει στο Side Pot δεν δικαιούται χρήματα από αυτό σε περίπτωση που κερδίσει τελικά την παρτίδα.
Sign-up Bonus (επιβράβευση εγγραφής)
Χρησιμοποιείται από τα διαδικτυακά καζίνο και πόκερ ως τρόπος διαφήμισης ώστε να δελεάσουν τους επισκέπτες να κάνουν την πρώτη τους κατάθεση πραγματικών χρημάτων.
Small Blind (μικρό blind)
Τα blinds, δηλαδή τα υποχρεωτικά πονταρίσματα πριν το flop, δεν είναι όλα ίδια. Ο παίκτης στην πρώτη θέση του παιχνιδιού τοποθετεί το μικρό blind μικρότερης αξίας και ο δεύτερος παίκτης υποχρεώνεται να τοποθετήσει το μεγάλο blind το οποίο είναι μεγαλύτερης (συνήθως διπλάσιας) αξίας.
Stack (στοίβα)
Μια στοίβα από μάρκες που συνήθως τακτοποιούνται με βάση την ονομαστική τους αξία.
Steal (ετυμ.ληστεία)
Μια μπλόφα στην οποία ο παίκτης κάνει ένα ποντάρισμα ή ένα ρελάνς με την ελπίδα να πείσει έναν ή περισσότερους παίκτες να πάνε πάσο. Συνήθως γίνεται από τις τελευταίες θέσεις όταν οι μόνες μάρκες στο τραπέζει είναι τα antes και τα blinds.
Straight (ελληνικός όρος: κέντα ή στρέιτ)
Ένα χέρι που περιλαμβάνει πέντε φύλλα διαδοχικής αξίας. Κατατάσσεται ως αμέσως καλύτερο της τριάδας και κατώτερο από το χρώμα.
Straight Draw (ημιτελής κέντα)
Ένα ημιτελές χέρι από τέσσερα φύλλα στα οποία αν προστεθεί ένα ενδιάμεσο ή διαδοχικό φύλλο θα σχηματιστεί κέντα. Για παράδειγμα 7-8-9-10 ή 9-10-Q-K.
Straight Flush (ελληνικός όρος: στρέιτ φλος)
To υψηλότερης αξίας χέρι πόκερ που περιέχει πέντε φύλλα διαδοχικής αξίας του ίδιου χρώματος. Είναι ένα σπάνιο χέρι, ωστόσο στην περίπτωση που δύο παίκτες έχουν στρέιτ φλος, τα χέρια κατατάσσονται με βάση το φύλλο μεγαλύτερης αξίας που περιέχουν. Το στρέιτ φλος που περιέχει Α-K-Q-J-10 ίδιου χρώματος αποκαλείται φλος ρουαγιάλ ή βασιλικό φλος και είναι το καλύτερο πιθανό χέρι στο πόκερ.
String Bet (ποντάρισμα σε δόσεις)
Ένα ποντάρισμα που γίνεται από τον παίκτη χρησιμοποιώντας πολλαπλές κινήσεις για να βάλει μάρκες στο ποτ. Αυτό απαγορεύεται στις περισσότερες αίθουσες πόκερ.
String Raise (ρελάνς σε δόσεις)
Ένα ρελάνς που γίνεται με τον ίδιο τρόπο όπως ένα ποντάρισμα σε δόσεις, και απαγορεύεται στις περισσότερες αίθουσες πόκερ.
Stud Poker
Σε αυτή την παραλλαγή πόκερ σε κάθε παίκτη μοιράζεται ένα ανοικτό και ένα κρυφό φύλλο, το οποίο μπορεί να δει μόνον εκείνος. Ο παίκτης με το μεγαλύτερης αξίας ανοικτό φύλλο ξεκινά τον γύρο πονταρισμάτων. Στην συνέχεια μοιράζεται σε καθέναν ένα ακόμη ανοικτό φύλλο, ακολουθεί ένας ακόμη γύρος πονταρισμάτων κ.ο.κ. μέχρι ο κάθε παίκτης να έχει τέσσερα ανοικτά φύλλα και ένα κρυφό. Στο τέλος κερδίζει το χέρι με τον καλύτερο συνδυασμό πέντε φύλλων.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
T
Table Stakes (πονταρίσματα τραπεζίου)
Ένα σύστημα που περιορίζει τους παίκτες να στοιχηματίσουν με το να μην τους επιτρέπει να ποντάρουν παραπάνω μάρκες από όσες έχουν πάνω στο τραπέζι και να μην μπορούν να αγοράσουν ή να εξαργυρώσουν μάρκες κατά την διάρκεια μιας παρτίδας. Αυτό επιτρέπει σε έναν παίκτη να ποντάρει «τα ρέστα του» αντί να υποχρεωθεί να «πάει πάσο» από έναν άλλο παίκτη με μεγαλύτερη στοίβα από μάρκες από αυτόν.
Telegraph (ετυμ.τηλέγραφος)
Μια μορφή απάτης στην οποία δύο παίκτες χρησιμοποιούν έναν προσυμφωνημένο λεκτικό ή όχι κώδικα προκειμένου να στείλουν πληροφορίες στον συνεργάτη τους. Στο διαδικτυακό πόκερ μπορεί να γίνει μέσω του chat.
Tells (ιδιωμ.)
Οι τύποι συμπεριφοράς που εξαρτώνται από την φύση του κάθε παίκτη και οι οποίοι μπορούν να αποκαλύψουν πληροφορίες σχετικά με τα φύλλα του είτε ενσυνείδητα είτε υποσυνείδητα. Μπορούν να γίνονται αντιληπτοί από παίκτες που τους έχουν μελετήσει σε βιβλία ή έχουν την ανάλογη έμφυτη ικανότητα. A type of behavior unique to a player’s persona that will reveal information about his or her cards, whether consciously or subconsciously. They can come naturally to the player or be learned from books on the subject.
Texas Holdem
Το παιχνίδι πόκερ στο οποίο στους παίκτες μοιράζονται δύο κρυφά φύλλα, ενώ στο τραπέζι ανοίγονται άλλα πέντε τα οποία μπορούν να χρησιμοποιηθούν από όλους τους παίκτες. Ο στόχος των παικτών είναι να συνδυάσουν οποιαδήποτε από τα δύο κρυφά φύλλα τους με τα κοινά φύλλα προκειμένου να σχηματίσουν το καλύτερο δυνατόν χέρι που συνδυάζει πέντε φύλλα.
Three of a Kind (τριάδα)
Οποιοδήποτε χέρι που περιέχει τρία φύλλα ίδιας αξίας. Κατατάσεται κάτω από την κέντα και πάνω από τα δύο ζεύγη.
Tight (σφικτός)
Χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα παίκτη ή ένα τραπέζι παιχνιδιού όπου ένας ή περισσότεροι παίκτες πηγαίνουν συχνά πάσο ακόμη και όταν θα έπρεπε να μείνουν στην διεκδίκηση του ποτ.
Tilt (ιδιωμ.)
Η ψυχολογική κατάσταση που παρατηρείται σε κάποιον που έχει μόλις χάσει μια παρτίδα από κάποιον άλλον ενώ είχε πολύ ισχυρό χέρι ή που πήγε πάσο νωρίς χάνοντας την ευκαιρία να κερδίσει ένα μεγάλο ποτ.
Time (δικαίωμα επιπλέον χρόνου)
Χρησιμοποιείται σε παιχνίδια όπου υπάρχει χρονικός περιορισμός στην απόφαση που πρέπει να πάρει ένας παίκτης. Στην περίπτωση αυτή ο παίκτης ανακοινώνοντας «δικαίωμα» ζητά από τον ντήλερ να κρατήσει τον χρόνο που δικαιούται. Για παράδειγμα: «ντήλερ, ο παίκτης Χ καθυστερεί πολύ το ρυθμό του παιχνιδιού, παρακαλώ κρατήστε τον χρόνο» ή «είναι μια δύσκολη απόφαση, δικαίωμα παρακαλώ».
Time Out (τέλος χρόνου)
Στα παιχνίδια με περιορισμό χρόνου, είναι το σημείο που ο παίκτης δεν έχει άλλο χρόνο για να δράσει.
Tournament (τουρνουά)
Ένας διαγωνισμός μεταξύ πολλών παικτών με μια καθορισμένη χρονική διάρκεια. Οι κανονισμοί των τουρνουά συχνά είναι πολύ διαφορετικοί από εκείνους των κανονικών παιχνιδιων. Για παράδειγμα, στα τουρνουά πολλών παικτών κερδίζει ο παίκτης που θα τερματίσει πρώτος, αλλά χρηματικά έπαθλα απονέμονται επίσης και σε εκείνους που τερμάτισαν σε υψηλή θέση. Δεν επιτρέπεται η εξαργύρωση μαρκών και η αποχώρηση από το παιχνίδι κατά την διάρκεια του τουρνούα ενώ η αξία των μαρκών δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί παρά μόνο στο τουρνουά και όχι σε παιχνίδια με μετρητά.
Tournament Chips (μάρκες τουρνουά)
Οι μάρκες αυτές, αντί να έχουν μια αξία σε μετρητά, χρησιμοποιούνται για να υπολογίζεται η επίδοση των παικτών στα τουρνούα.
Trap (παγίδα)
Μια κίνηση παραπλάνησης με την οποία ο παίκτης πείθει τους αντιπάλους του πως κρατά ένα αδύναμο χέρι, ώστε να διασφαλίσει πως οι άλλοι παίκτες θα ποντάρουν και θα αυξήσουν το ποτ που επιδιώκει να κερδίσει.
Two Pair (δύο ζεύγη)
Ένα χέρι που αποτελείται από δύο ζεύγη το καθένα με δύο φύλλα ίδιας αξίας και ένα kicker. Για παράδειγμα Α-Α-6-6-3. Η αξία του χεριού είναι μεγαλύτερη από του ενός ζεύγους και μικρότερη από τρία ίδιας αξίας φύλλα. Στην περίπτωση που περισσότεροι από ένας παίκτες έχουν δύο ζεύγη, νικητής είναι εκείνος με το μεγαλύτερης αξίας ζεύγος. Αν και τα μεγαλύτερης αξίας ζεύγη είναι κοινά, αξιολογείται το δεύτερο μεγαλύτερης αξίας ζεύγος και αν είναι αναγκαίο και η αξία του kicker ώστε να ανακυρηχθεί ο νικητής.
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
U
Under the Gun (ετυμ.υπό την απειλή του όπλου)
Ο παίκτης στην θέση που πρέπει να δράσει πρώτος (στο texas holdem εκείνος που βρίσκεται αριστερά του μεγάλου blind).
Underdog (~αουτσάιντερ)
Ένας παίκτης που έχει εναντίον του τις πιθανότητες αλλά μπορεί ακόμα ελπίζει σε βελτίωση του χεριού του.
Underpair (ιδιωμ.)
Ένα ζεύγος από φύλλα κατώτερης αξίας από την χαμηλότερη αξία των κοινών φύλλων. Είναι πολύ πιθανό να νικηθεί από ένα μεγαλύτερης αξίας ζεύγος, αν παιχτεί.
V
W
Weak (αδύναμος παίκτης)
Ένας παίκτης που είναι δύσκολο να κερδίσει λόγω έλλειψης ικανοτήτων.
Wired (ιδιωμ.)
Στο texas holdem σημαίνει ένα ζεύγος από χέρι.
WSOP
Η συντομογραφία της διοργάνωσης για το παγκόσμιο πρωτάθλημα World Series of Poker που διεξάγεται κάθε χρόνο στις ΗΠΑ.
X
Y
Z
A B C D E F G H I J K L M N O P Q R S T U V W X Y Z
επιλέξτε το γράμμα με το οποίο αρχίζει ο όρος που σας ενδιαφέρει
↑ επιστροφή στην αρχή της σελίδας ↑
περισσότερα άρθρα εισαγωγής στο πόκερ
- δεν υπάρχουν ακόμη σχόλια.
- No trackbacks yet.







